αθλητικός

αθλητικός
η , ό[ν]
1) атлетический;

αθλητικό σώμα — атлетическое сложение;

2) спортивный, физкультурный;

αθλητικοί αγώνες — спортивные состязания;

αθλητικός σύλλογος — спортивное общество, спортивный клуб


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αθλητικός" в других словарях:

  • ἀθλητικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθλητικός — ή, ό (Α ἀθλητικός, ή, όν) [ἀθλητής] ο σχετικός με τον αθλητή νεοελλ. εύρωστος, ρωμαλέος …   Dictionary of Greek

  • αθλητικός — ή, ό 1. αυτός που σχετίζεται με τον αθλητή: Ιδρύθηκε στην πόλη μας νέος αθλητικός σύλλογος. 2. ρωμαλέος: Είχε μπροστά του έναν αθλητικό άντρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀθλητικά — ἀθλητικός of neut nom/voc/acc pl ἀθλητικά̱ , ἀθλητικός of fem nom/voc/acc dual ἀθλητικά̱ , ἀθλητικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθλητικώτερον — ἀθλητικός of adverbial comp ἀθλητικός of masc acc comp sg ἀθλητικός of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παναθηναϊκός — Αθλητικός σύλλογος που ιδρύθηκε το 1908 με έδρα την Αθήνα. Ο πλήρης τίτλος του ήταν Πανελλήνιος Ποδοσφαιρικός Σύλλογος αλλά το 1923 μετονομάστηκε σε Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος. Ο σύλλογος διαθέτει γήπεδο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας της Αθήνας.… …   Dictionary of Greek

  • ἀθλητικῶν — ἀθλητικός of fem gen pl ἀθλητικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθλητικόν — ἀθλητικός of masc acc sg ἀθλητικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άρης Θεσσαλονίκης — Αθλητικός σύλλογος που δημιουργήθηκε το 1914 στη συμπρωτεύουσα, δύο χρόνια μετά την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος και στις παραμονές κήρυξης του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Η ομάδα δημιουργήθηκε από έναν πυρήνα ποδοσφαιριστών στην περίφημη Καμάρα …   Dictionary of Greek

  • ἀθλητικαῖς — ἀθλητικός of fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθλητικαί — ἀθλητικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»